Greece: mytilini island Moria camp… : Μόρια 29/9 – ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΛΗΘΗ – FIGHTING AGAINST OBLIVION ,EN/GR

Death is back on his well-known places, it was Sunday afternoon inside Moria camp. We were not ready so we didn’t make it, we could not take Feride out of his hands. The face of death, blinded us through the glass of the police soldiers helmets. The smell of death almost drowned us through the tear gases. Ali discovered the stone, Narges discovered the flame. Like in an ancient tragedy, we have been more human than ever. They will never admin on the news that our decision to attack was our very last effort to remain humans. One more time the journalists will talk about numbers, they will keep talking about misunderstandings. So that the division never stops… thanks to the rough professional manners of police soldiers, who break into the houses of the poor in Athens. They came late in night along with their political chiefs dragged by the intense smell of human. They are thirsty for our vital liquids… we are getting dried but in this place, fire extinguishers are not enough.
Thousand years ago, not far from here, they were our grandmothers and fathers, who under the whip, were building the palaces of their masters. During the nights, in the detention camps, where the slaves were stuck, you could hear among the sighs, stories of horror. Links of the same chains, that parents tied to their children. A chain of misunderstandings, that reaches until our days. You can still hear the cryings of desperation coming from the same concrete walls and the bloodstained barbed wires. That’s why tourists never visit the ghettos of the modern cities. That’s why the most brutal violence of the states are always directed to those in cages, the ones being punished because of their origin, the ones placed in the basements of the social pyramid.

We are lying Here, while our brothers and sisters There, in the apartments, looking for some ground to flourish. Looking for a house to rent, but their money is running low and they are hungry. Next to them, frightened strangers, they seem like they just came out from the room of torture. “Free” and ruined into our local hell. Out there, in the world of the luckiest and the most “capable”, our needs are gambled in the roulette, day by day; our personalities are broken into pieces by the state’s machine of terrorism. In this world if you win something you immediately forget. You forget because you remember the violence. Violence that you either survived or you witnessed, though you remained silence. From the apartments of the city monsters, up to Moria, is a short way. And by your side, stand all the state mercenaries to remind you that you must be grateful that you are still breathing.
Most likely you never met Feride. Maybe we’ll never learn anything about her, as we never did for many other “accidental” deaths. But we are sure that she was forced to balance between dignity and poverty. Between dreams and chains. As every prisoner is forced to do on a daily basis. Because places like Moria are Capitalism’s ground zero and the margins of your European societies. We are here, ready to become part of a world of poverty, at the degraded apartment blocks of your modern cities. Ready to break our bodies at the agricultural-industrial labor camps in where they are already preparing our prison cells. We were forged in the humiliation of the bread line, the lines for the toilets, the inspections and the bureaucracy. We were regulated by the mercenaries, the ones with the guns, and the others with the pens.
Whoever might have been Feride, we wrote her name with all the poor devils that die in daily basis inside the ghettos and the prisons you made. All these “accidental” deaths forge our rage. Because we know that behind them are hiding certain policies that extend the tainted ground of the exploitation of both the living and the dead, both inside and outside the walls.
Non of us is focusing to learn Feride’s story. We don’t search for heroes, we just need some warmth. The fire that burned her alive was never put down, in spite of all the affirmations made by the fire brigade. We keep her alive so she can shed light to all these “accidental” deaths. Along with her, are all those that died from the low temperatures or the overcrowding, just some yards away. The hundreds that drowned, just before they reach the shores, while war ships where negotiating for their bodies.
For all these crimes, common criminals are to be blamed. They hold certain posts and their identities are known. Among them are the political leaderships of imperialist powers and their proxies. Next to them stand the executive and administrative staff that enforce their policies. Those that accept to place their job above the struggle for dignity, survival, social recognition and justice.
Next to Moria lay Amidgaleza, Koridalos and Petrou Rali. No humanly acceptable condition can ever exist in these places. To decrease the numbers of prisoners in Moria is not enough. No one can be saved with new rescue packages from humanitarian organizations. In non factory built for profit, can ever exist place for the human. In every excavation mine, in every office of a multinational corporation, humans have no place. Even if we wrap Moria in flames, our problems will not be solved. At least no one will cry. No doubt about that.
They keep asking how many are the dead ones? We keep answering: Whom you count? Do you count the living-dead? The cages are the same for everyone, what differs is just our limits. No official document will let us forget our sisters and brothers. I donʼt forget means I donʼt stop resisting. let’s face one another like we have nothing more to lose.
Against all kinds of Imprisonment
Defending our lives throw solidarity
Ο θάνατος γύρισε στα γνώριμα μέρη, Κυριακή μεσημέρι στη Μόρια. Μας βρήκε όλες απροετοίμαστες και δεν προλάβαμε να πάρουμε την Φεριντέ από τα χέρια του. Το πρόσωπο του θανάτου μας τύφλωνε από τα κράνη των αστυνόμων. Η μυρωδιά του κόντευε να μας πνίξει από τα δακρυγόνα. Ο Αλί ανακάλυψε την πέτρα, η Ναργκές ανακάλυψε τη φωτιά. Σαν αρχαία τραγωδία, πιο ανθρώπινες από ποτέ. Ποτέ δεν θα παραδεχτούν στα δελτία ειδήσεων, πως η πράξη να επιτεθούμε, ήταν η ύστατη προσπάθειά μας να παραμείνουμε άνθρωποι. Πάλι θα μιλάνε για αριθμούς, πάλι θα μιλάνε για παρεξήγηση. Να μην σταματήσει η διαίρεση… ωμά με τον επαγγελματισμό των ειδικών δυνάμεων που εισβάλλουν στα σπίτια απόκληρων στην Αθήνα. Ήρθαν μαζί με τους πολιτικούς τους προϊσταμένους, γιατί μυρίσανε άνθρωπο εδώ. Διψάνε για τα ζωτικά μας υγρά… στεγνώνουμε αλλά σε αυτό το τόπο δε φτουρεί πυροσβεστήρας.
Χιλιάδες χρόνια πριν, όχι μακριά από εδώ, το μαστίγιο σμίλευε την πέτρα που κοσμούσε τις τέχνες των αρχόντων. Τα βράδια εκεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που στοίβαζαν τους δούλους, ακούγονταν, ανάμεσα στους αναστεναγμούς, ιστορίες τρόμου. Κρίκοι της ίδιας αλυσίδας που έδεναν οι γονείς στα παιδιά τους. Μια αλυσίδα παρεξηγήσεων που φτάνει μέχρι σήμερα. Ακόμα ακούγονται φωνές απελπισίας στους ίδιους τσιμεντένιους τοίχους και τα ματωμένα συρματοπλέγματα. Γι΄αυτό δε φτάνουν ποτέ οι τουρίστες στα γκέτο των μητροπόλεων. Για αυτό η ωμή βία του κράτους ξεσπά ακόμα στα κλουβιά που στοιβάζονται άνθρωποι μόνο για την καταγωγή τους, μόνο γιατί τοποθετήθηκαν στο υπόγειο της ταξικής πυραμίδας.
Εμείς εδώ και τα αδέρφια μας εκεί, στα διαμερίσματα, να ψάχνουν έδαφος να ανθίσουνε. Εκεί, κοιτάζοντας τα ενοικιάζεται άφραγκοι και πεινασμένοι πλάι σε φοβισμένους ξένους, σαν μόλις να βγήκαν από το δωμάτιο των βασανιστηρίων. “Ελεύθεροι” και λοβοτομημένοι στη δικιά μας ντόπια κόλαση. Εκεί, στο κόσμο των τυχερών και “ικανών” που οι ανάγκες μας παίζονται στη ρουλέτα κάθε μέρα. Με τεμαχισμένες προσωπικότητες, από την κρατική μηχανή τρομοκρατίας.
Σε αυτό τον κόσμο, αν κερδίσεις κάτι, έστω και λίγο, ξεχνάς. Ξεχνάς γιατί θυμάσαι τη Βία. Είτε την έζησες, είτε την είδες δίπλα σου και δεν μίλησες. Από τα διαμερίσματα των τερατουπόλεων, έως τη Μόρια, ένας σωλήνας δρόμος. Και δίπλα σου πιστά σκυλιά της κολάσεως οι κρατικοί μισθοφόροι να σου θυμίζουν πως πρέπει να είσαι ευγνώμων που ακόμα αναπνέεις.
Την Φεριντέ μάλλον δεν την γνώρισες ποτέ. Ίσως δε μάθουμε τίποτε άλλο για αυτήν. Όπως δε μάθαμε τίποτα για τόσους ακόμα “τυχαίους” θανάτους. Είμαστε όμως σίγουρες πως αναγκαζόταν να ισορροπήσει ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και την ανέχεια. Το όνειρο και τον εγκλεισμό. Όπως η κάθε φυλακισμένη αναγκάζεται να κάνει καθημερινά. Γιατί η κάθε Μόρια είναι το σημείο μηδέν του καπιταλισμού και το περιθώριο των ευρωπαϊκών κοινωνιών σας. Είμαστε εδώ, έτοιμες από καιρό να στελεχώσουμε τον κόσμο της ανέχειας στα υποβαθμισμένα τετράγωνα των μητροπόλεων σας. Έτοιμες, να διαλύσουμε το σώμα μας στα γεωργικο-βιομηχανικά κάτεργα που ετοιμάζουν τα κελιά μας. Έχοντας ήδη σφυρηλατηθεί από τον εξευτελισμό της ουράς του συσσιτίου, της τουαλέτας, των ελέγχων και της γραφειοκρατίας. Αφού πρώτα ρυθμιστήκαμε από τους μισθοφόρους του γκλόμπ και του στυλό.
Όποια και αν ήταν η Φεριντέ, γράψαμε το όνομά της μαζί με όλους τους φτωχοδιάβολους που πεθαίνουν καθημερινά στα γκέτο και τις φυλακές σας. Όλοι αυτοί οι “τυχαίοι” θάνατοι σφυρηλατούν την ορμή μας. Γιατί ξέρουμε πως πίσω τους κρύβονται συγκεκριμένες πολιτικές που απλώνουν το μολυσμένο έδαφος της εκμετάλλευσης των ζωντανών, είτε εντός είτε εκτός των τειχών.
Καμία από εμάς δεν εστιάζει στην προσωπική ιστορία της Φεριντέ. Δεν ψάχνουμε για ήρωες. Μονάχα ζητάμε λίγη ζεστασιά. Η φωτιά που την έκαψε δεν έσβησε, παρόλες τις διαβεβαιώσεις της πυροσβεστικής. Την κρατάμε ζωντανή για να φωτίζει όλους τους “τυχαίους” θανάτους. Μέσα της φωνάζουν ΠΑΡΩΝ όσες πεθάναν από το κρύο και τον συνωστισμό λίγα μέτρα πιο εκεί. Φωνάζουν ΠΑΡΩΝ οι εκατοντάδες που πνίγηκαν λίγα μέτρα πριν φτάσουν, την ώρα που πολεμικά ταχύπλοα παζάρευαν το τομάρι τους.
Γι αυτά τα εγκλήματα είναι υπαίτιοι κοινοί κακοποιοί με συγκεκριμένες θέσεις και ονοματεπώνυμα. Ανάμεσά τους, οι πολιτικές ηγεσίες των αυτοκρατοριών, και των επαρχιών τους. Πλάι τους, τα εκτελεστικά και διοικητικά όργανα που εφαρμόζουν τις πολιτικές τους. Ένοχοι, οι διαχειριστές και οι κάθε είδους ανθρωποφύλακες που δέχονται να βάλουν την εργασία τους πιο πάνω από τους αγώνες για αξιοπρεπή επιβίωση, κοινωνική αναγνώριση και δικαιοσύνη.
Αδέρφια της Μόριας είναι η Αμυγδαλέζα, ο Κορυδαλλός, η Πέτρου Ράλλη. Σε καμία Μόρια δεν μπορούν να υπάρξουν συνθήκες ανθρώπινες ή ανεκτές. Δεν φτάνει η αποσυμφόρηση της Μόριας, ούτε σωζόμαστε με καινούρια πακέτα διάσωσης ανθρωπιστικών οργανώσεων. Σε κανένα εργοστάσια που χτίστηκε με σχέδιο το κέρδος, δεν μπορεί να υπάρξει χώρος για τον άνθρωπο. Σε κάθε ορυχείο, σε κάθε γραφείο πολυεθνικής εταιρίας δεν κατοικούνε άνθρωποι. Ακόμα και αν τυλίξουμε τη Μόρια στις φλόγες, τα προβλήματα μας δεν θα έχουν λυθεί. Αλλά τουλάχιστον κανένας δεν θα κλάψει. Γι΄αυτό είμαστε σίγουρες.
Μας ρωτάνε συνέχεια πόσοι είναι οι νεκροί; Απαντάμε: Θα μπούνε στο τεφτέρι και οι ζωντανοί-νεκροί; Τα κάγκελα είναι για όλους τα ίδια, τα όρια της καθεμιάς είναι διαφορετικά. Κανένα επίσημο έγγραφο δε πρέπει να μας κάνει να ξεχάσουμε τους αδερφούς και τις αδερφές μας. Δεν ξεχνώ σημαίνει δε σταματώ να αγωνίζομαι. Ας αναγνωρίσουμε ο ένας την άλλη σαν να μην έχουμε τίποτε άλλο να χάσουμε.
Ενάντια σε κάθε είδους εγκλεισμό
Περιφρούρηση των ζωών μας και αλληλεγγύη

Comments are closed.